- προσεκφέρω
- Α [ἐκφέρω]1. συνεισφέρω επί πλέον, καταβάλλω επί πλέον συνεισφορά («ἐκχωρεῑν Καρχηδονίοις Σαρδόνος καὶ προσεξενεγκεῑν ἄλλα χίλια... τάλαντα», Πολ.)2. (για δρομείς) διανύω μεγάλη απόσταση.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
φέρω — ΝΜΑ, και φέρνω Ν, και δωρ. τ. φάρω Α 1. κρατώ ή σηκώνω κάτι πάνω μου, βαστάζω (α. «φέρει έναν βαρύ σάκο στους ώμους του» β. «φέρων άξονας» γ. «χερσὶν εὐθὺς διψίαν φέρει κόνιν», Σοφ. δ. «μέγα ἔργον, ὅ οὐ δύο γ ἄνδρε φέροιεν», Ομ. Ιλ.) 2. έχω (α.… … Dictionary of Greek